ἀκούω

ἀκούω
Grammatical information: v.
Meaning: `hear', also `obey, be called' (Il.)
Other forms: pf. ἀκήκοα, s. Lejeune Phon. 217. ἀκεύει τηρεῖ, Κύπριοι H.
Compounds: νηκουστέω \< *n̥-h₂k-.
Derivatives: ἀκουή (Il.), ἀκοή (for the form cf. ἀκήκοα and Schwyzer 348; from the present?
Origin: IE [Indo-European] [587] *h₂keus-
Etymology: The explanation as *ἀκ-ουσ-ι̯ω `scharfes Ohr hinhalten', with ἀκ- and οὖς has now rightly been generally abandoned. - To Goth. hausjan `hear' as *h₂kous-. ἀκούω from *ἀκουσ-yω, a desid.? (cf. ἀκουστός, ἤκουσμαι). The primary verb in ἀκεύει.
See also: κοέω
Page in Frisk: 1,57-58

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἁκούω — ἀκούω , ἀκούω hear pres subj act 1st sg ἀκούω , ἀκούω hear pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακούω — ακούω, άκουσα βλ. πίν. 83 Σημειώσεις: ακούω, ακούγομαι : σπάνια απαντάται η κλίση κατά το αποκλείω (βλ. πίν. 40 , 41 ). Π.χ. άκουα γέλια (Διηγ. Τσίρκα, σελ. 46), ακούονταν γέλια και χειροκροτήματα (Διηγ. Τσίρκα, σελ. 51) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἀκούω — hear pres subj act 1st sg ἀκούω hear pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακούω — (Α ἀκούω) (νεοελλ. και ακούγω) 1. έχω την αίσθηση τής ακοής, αντιλαμβάνομαι με το αισθητήριο τής ακοής 2. αντιλαμβάνομαι κάτι με το αφτί, φθάνει στα αφτιά μου κάποιος ήχος 3. πληροφορούμαι, μαθαίνω κάτι άμεσα ή έμμεσα, γνωρίζω, «φθάνει κάτι στ’… …   Dictionary of Greek

  • ακούω — άκουσα, ακούστηκα, ακουσμένος 1. ως αμτβ., έχω την αίσθηση της ακοής: Τελευταία δεν ακούω και τόσο καλά. 2. ως μτβ., καταλαβαίνω κάτι με την ακοή: Ακούω κούφια τα τουφέκια, ακούω σμίξιμο σπαθιών… (Σολωμός). 3. πληροφορούμαι, μαθαίνω: Άκουσα ότι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακούω — [акуо] р. слушать, слышать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • 'κούω — ἀκούω , ἀκούω hear pres subj act 1st sg ἀκούω , ἀκούω hear pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακρακούω — ακούω λίγο, όχι καλά, μόλις ακούω. [ΕΤΥΜΟΛ. < υποκορ. ακρο (ΙΙ) + ακούω] …   Dictionary of Greek

  • ἀκούσατε — ἀκούω hear aor imperat act 2nd pl ἀ̱κούσατε , ἀκούω hear aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀκούω hear aor ind act 2nd pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκούσουσι — ἀκούω hear aor subj act 3rd pl (epic) ἀκούω hear fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀκούω hear fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκούσουσιν — ἀκούω hear aor subj act 3rd pl (epic) ἀκούω hear fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀκούω hear fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.